Translation glossary: EN>EL

Creator:
Filter
Reset
Showing entries 1-34 of 34
 
after sale serviceυπηρεσία εξυπηρέτησης πελατών μετά την πώληση 
inglés a griego
attractive performerπραγματικά ενδιαφέρων / καθηλωτικός ερμηνευτής / ηθοποιός που μαγεύει / μαγνητίζει το κοινό 
inglés a griego
auditing procedureδιαδικασία ελέγχου 
inglés a griego
bursaries and scholarshipsοικονομικές ενισχύσεις και υποτροφίες 
inglés a griego
cargo interestsέννομα συμφέροντα ασφάλισης εμπορεύματος 
inglés a griego
certified fisheryπιστοποιημένος ιχθυότοπος 
inglés a griego
company change of name by SPECIAL RESOLUTIONαλλαγή εταιρικής επωνυμίας με ειδική απόφαση 
inglés a griego
conducting airwaysαεραγωγοί / αεροφόρες οδοί 
inglés a griego
considerationsέγνοια / ανησυχία 
inglés a griego
construction contractorανάδοχος κατασκευής / εργολάβος 
inglés a griego
crispyφριζαρισμένα 
inglés a griego
cross-dominance / mixed handednessδιασταυρούμενη κυριαρχία (χεριών) / μικτοχειρία 
inglés a griego
defined contact orderδικαστική απόφαση ρύθμισης επικοινωνίας 
inglés a griego
Disodium Laurate Sulfosuccinateλαουρικό θειοσουκινικό δινάτριο 
inglés a griego
framework conditionsσυνθήκες πλαίσιο 
inglés a griego
Image bankτράπεζα εικόνων / φωτοθήκη 
inglés a griego
insertεμβόλιμο / σφήνα 
inglés a griego
instrumentalκαθοριστικός παράγοντας 
inglés a griego
is looped backανακυκλώνεται 
inglés a griego
Learning by acting and doing as focusβιωματική μέθοδος (εκμάθησης) 
inglés a griego
maintenance friendlinessευκολία στη συντήρηση 
inglés a griego
manual transpalletχειροκίνητο παλετοφόρο όχημα 
inglés a griego
nuclear familyπυρηνική οικογένεια 
inglés a griego
oil millionaireμεγιστάνας της πετρελαιοβιομηχανίας / του πετρελαίου 
inglés a griego
Oril sodium sulfateοριλικό θειικό νάτριο 
inglés a griego
pallet trolleyχειροκίνητο παλετοφόρο 
inglés a griego
pergamonιβουάρ 
inglés a griego
preparatory requirementsαπαιτήσεις προετοιμασίας 
inglés a griego
Psychological work loadsψυχολογικός φόρτος εργασίας 
inglés a griego
Puribiolpuribiol 
inglés a griego
Reconquest(χριστιανική) Ανακατάκτηση 
inglés a griego
spatial barriersχωρικοί φραγμοί 
inglés a griego
three-prong power socketπρίζα για φις με τρεις ακροδέκτες / πρίζα αγγλικού τύπου 
inglés a griego
xanthan gumξανθανικό κόμμι 
inglés a griego

Your current localization setting

español

Select a language

All of ProZ.com
  • All of ProZ.com
  • Búsqueda de términos
  • Trabajos
  • Foros
  • Multiple search